
Ο Χάνουμαν είναι μια Θεότητα του Ινδικού πάνθεου που εικονίζεται ως μια ανθρωπόμορφη μαϊμού. Η ιστορία του προέρχεται από το έπος Ραμαγιάνα. Από μία απλή φιγούρα στη λαογραφία και μυθολογία των Ινδιών, τους τελευταίους αιώνες η μορφή του έχει εξυψωθεί και λατρεύεται πλέον ως Θεός. Πρόκειται στην ουσία για ένα Αρχέτυπο την εικόνα του οποίου συναντάμε σε αρκετούς Ναούς της σύγχρονης Ινδίας.
Η παρακάτω ιστορία είναι για εμένα μία από τις πιο δυνατές και συγκινητικές ιστορίες που περιγράφονται στα Ινδικά Έπη. Πρόκειται για έναν μύθο. Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί σε αυτό το σημείο το εξής: ενώ στη σύγχρονη εποχή ο μύθος ορίζεται ως κάτι μη πραγματικό στα παλαιότερα χρόνια εξέφραζε κάτι το πολύ αληθινό-πραγματικό, όχι σε ιστορικό επίπεδο αλλά σε πνευματικό καθώς οι μύθοι περνάνε θεμελιώδεις αξίες για την ανθρώπινη ύπαρξη. Συνεπώς με αυτή την έννοια οι μύθοι μπορεί να είναι πιο αληθινοί και από τα γεγονότα, καθώς τα δεύτερα δεν επικοινωνούν πάντα αξίες. Ας συνειδητοποιήσουμε λοιπόν ότι σε όλες τις κουλτούρες του κόσμου, τουλάχιστον πριν τη σύγχρονη περίοδο, οι μύθοι επικοινωνούσαν τις βαθύτερες αλήθειες τους ανεξάρτητα από το αν υπήρχε κάποιο ιστορικό υπόβραθρο στην ιστορία.
Ο Χάνουμαν είναι η ενσάρκωση της Μπάκτι (=αφιέρωση, λατρεία, πίστη, αφοσίωση, θάρρος). Λένε ότι όπου υπάρχει αφοσίωση από πίσω κρύβεται μια τεράστια δύναμη. Συχνά ακούμε ιστορίες για μητέρες που βρήκαν τη δύναμη να σηκώσουν ένα ολόκληρο αμάξι ώστε να σωθεί το παιδί που είχε καταπατηθεί. H θεότητα αυτή εκφράζει ακριβώς αυτό το αρχέτυπο της πίστης. Πάντα εικονίζεται ως μια ανθρωπόμορφη μαϊμού που με τα χέρια της έχει σκίσει το στήθος της και κρατώντας το ανοικτό φαίνεται ο Θεός Ραμ και η Θεά Σίτα, η θεϊκή έκφραση του αρσενικού και του θηλυκού, στην καρδιά του.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο τέλος του πολέμου του Ραμαγιάνα, όπου ο Θεός Ραμ έχει κερδίσει τον δαίμονα Ράβανα που είχε απαγάγει την αγαπημένη του Σίτα. Ο πόλεμος αυτός ήταν αρκετά δύσκολος και ο Χάνουμαν ήταν ένας από τους πιο πιστούς και δυνατούς στρατιώτες στη μάχη ενάντια στους δαίμονες. Στο τέλος του πολέμου όλοι οι στρατιώτες, μαζί κι ο Χάνουμαν, παρατάσσονται για να λάβουν τα δώρα ευχαριστίας του Ραμ.
Καθώς ο Ραμ πλησιάζει τον Χάνουμαν, του προσφέρει ένα από τα πιο εντυπωσιακά κοσμήματα που είχε δει ποτέ του, με πολύτιμα πετράδια και χρυσό. Ο Χάνουμαν το δέχεται με άπειρη ευγνωμοσύνη και ξαφνικά το πρόσωπό του αλλάζει… άρχισε να περιεργάζεται το πολύτιμο κόσμημα, να το γυρνάει από εδώ κι από εκεί, να κάνει γκριμάτσες και να το φέρνει αρκετά κοντά στα μάτια του. Ο κόσμος άρχισε να νιώθει άβολα με αυτή του τη συμπεριφορά. Φαινόταν να αμφιβάλλει για την αξία του κοσμήματος. Συνέχιζε να το σηκώνει ψηλά στο φως του ήλιου για να το δει καλύτερα, έχοντας μια περίεργη γκριμάτσα αμφισβήτησης στο πρόσωπό του. Χωρίς να το περιμένει κανείς, με μια απότομη κίνηση έσπασε το κόσμημα στη μέση και το έχωσε στο στόμα του, το έφτυσε ξανά έξω και συνέχισε να το κοιτάζει με απορία.
Οι ανώτεροί του, παρακολουθώντας τη σκηνή αυτή, άρχισαν να σχολιάζουν «Πιστεύαμε ότι είναι ένα ανώτερο, εξελιγμένο ον όμως φαίνεται πως είναι απλά μια χαζή μαϊμού!». Ο Ραμ τότε πολύ ευγνενικά του απευθύνει το λόγο: «Τί ακριβώς κάνεις εκεί Χάνουμαν;»
«Ω! Πολυαγαπημένε μου Άρχοντα! Έψαχνα να βρω το όνομά σου. Έψαχνα να δω το όνομά σου σκαλισμένο κάπου, πάνω σε αυτό το μενταγιόν. Αν κάτι δεν έχει το όνομά σου, για εμένα είναι εντελώς άχρηστο. Είναι η αφοσίωση που δίνει νόημα στη ζωή μου. Μπορώ να δώσω αξία μόνο σε ό,τι με συνδέει βαθύτερα με την αγάπη και την αφοσίωσή μου προς εσένα!»
Ένας από τους στρατηγούς, ακούγοντας αυτά τα λόγια της «μαϊμούς», γύρισε με ειρωνία και είπε: «Αυτό είναι εντελώς γελοίο!!! Δεν δίνεις αξία δηλαδή στο ίδιο σου το σώμα; Δεν έχεις γραμμένο πάνω σου το όνομα του Ραμ όμως το αγαπάς».
Χωρίς καμιά κουβέντα, ο Χάνουμαν ξεσκίζει τότε το στήθος του, ανοίγει τα σωθικά του και όλοι σοκαρισμένοι έμειναν με το στόμα ανοικτό βλέποντας σε κάθε κόκκαλο, σε κάθε μυ, σε κάθε κύτταρο του Χάνουμαν να είναι σκαλιστά τα ονόματα ΡΑΜ, ΡΑΜ, ΣΙΤΑ, ΡΑΜ, ΡΑΜ, ΡΑΜ, ΣΙΤΑ, ΡΑΜ και ολόκληρη η καρδιά του να απεικονίζει το θεϊκό ζευγάρι του Ραμ και της Σίτα, των αγαπημένων του αρχόντων. Παντού υπήρχαν τα ονόματα αυτών στους οποίους η αφοσίωση έδινε νόημα στη ζωή του.
Αυτή η κίνηση του Χάνουμαν, αυτή η τρομερή εικόνα σόκαρε τους πάντες εκεί γύρω, δεν μπορούσαν να αντιδράσουν στη δύναμη της αφοσίωσης της ανθρωπόμορφης μαϊμούς.
Ο Ραμ πλησίασε σιγά σιγά τον Χάνουμαν, άγγιξε το στήθος του και γιάτρευσε την φοβερή πληγή που είχε προκαλέσει λίγα λεπτά πριν. Ο Χάνουμαν ήταν έτοιμος να πεθάνει για να δείξει τη δύναμη της αφοσίωσής του στον Άρχοντα. Ο Ραμ, λοιπόν, θεραπεύει τον Χάνουμαν, αφαιρεί ένα δακτυλίδι από το χέρι του, σκαλίζει επάνω του τα ονόματα ΣΙΤΑ ΡΑΜ και προσφέρει αυτό το πολύ απλό δώρο στον στρατιώτη εμπρός του. Ο Χάνουμαν το δέχεται ξεσπώντας σε κλάμματα! Αρχίζει να χοροπηδάει γεμάτος ευτυχία, αρχίζει να πετάει ψηλά στα σύννεφα γεμάτος χαρά, τραγουδώντας ΡΑΜ, ΡΑΜ, ΣΙΤΑ, ΡΑΜ… ΡΑΜ, ΡΑΜ, ΣΙΤΑ, ΡΑΜ…ραμ… ραμ… ως μια απόλυτη ενσάρκωση αγάπης.
Κατεβαίνει ξανά στη γη και ο Ραμ, για να ικανοποιήσει την απορία των παρευρισκομένων, τον ρωτάει;
«Ποιος είσαι;» και ο Χάνουμαν απαντά,
«Ω, Άρχοντα! Ορίζοντας το ποιος είμαι μέσα από αυτό το σώμα, θα πω ο Υπηρέτης σου… ορίζοντας το ποιος είμαι μέσα από αυτό το μυαλό, είμαι ο πιστός σου… ορίζοντας το ποιος είμαι μέσα από την απόλυτη ύπαρξή μου… είμαι ΕΣΥ!»
Adhyatma Ramayana, Spiritual text
