Όλος ο κόσμος είναι φτιαγμένος από ενέργειες που συνθέτουν ένα όμορφο τραγούδι σε μια παρτιτούρα δονήσεων. Κάθε αλλαγή που συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο, μπορεί να σε παρασύρει -αν αφεθείς- σε μια εσωτερική προσωπική σου αλλαγή. Είμαστε ταυτισμένοι με το εξωτερικό περιβάλλον και για τον λόγο αυτό όποτε αποφασίζουμε να κάνουμε ένα βήμα νέο στη ζωή μας, να ανοίξουμε μια καινούρια πόρτα, επιλέγουμε να το κάνουμε είτε στην αρχή μιας εποχής, είτε την ημέρα των γενεθλίων μας ή στην αλλαγή του χρόνου. «Κάτσε να ολοκληρωθεί αυτό» λέμε, «και ύστερα θα κάνω την αρχή!» Το «Από Δευτέρα» δεν είναι και τόσο χαζό αν το καλοσκεφτεί κανείς, εκτός αν πρόκειται για κάτι που ουσιαστικά δεν είναι πραγματική μας επιθυμία οπότε περιμένουμε τη «Δευτέρα παρουσία».
Σαν συμπυκνωμένη ενέργεια κρυμμένη μέσα στη μορφή ενός ενσαρκωμένου ανθρώπου, μπορούμε να συντονιστούμε με την αλλαγή των εποχών και να εκμεταλλευτούμε την ενέργεια αυτή για να μας παρασύρει μαζί και να πραγματοποιήσουμε αυτό που θέλαμε να κάνουμε εδώ και καιρό.
Θυμάμαι τις γυναίκες της γενιάς μου που τις μέρες της Σαρακοστής, περίμεναν να σχολάσει το εκκλησίασμα και ύστερα προσεύχονταν στα σπίτια τους για πραγματοποίηση των επιθυμιών τους. Ήξεραν, βαθιά μέσα τους, χωρίς ποτέ να χρειαστεί να το αναλύσουν -αυτή είναι ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου- πως εκείνη η ώρα ήταν κατάλληλη καθώς η συντονισμένη παρουσία των ανθρώπων στο εκκλησίασμα, η ιερή τους πίστη, άνοιγε τους ουρανούς και ο Θεός έστελνε Αγγέλους φωτός να απαλλάξουν τον κόσμο από το σκοτάδι.
Κλείνω τα μάτια μου, παίρνω μια βαθιά εισπνοή και στέλνω οξυγόνο σε κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Νιώθω τον ήλιο να με χαϊδεύει γλυκά, το αεράκι να διαπερνά την ύπαρξή μου και εκεί συντονίζομαι με τη Μητέρα Γη γειώνοντας τις ουράνιες ενέργειες φωτός να τυλίξουν την ύπαρξή μου. Ό,τι επιθύμησα αληθινά μέσα μου, είναι τώρα γεγονός.
Ο άνθρωπος δεν αλλάζει, αλλάζει όμως η οπτική του. Ας βγάλουμε τα γυαλιά της μιζέριας και ας φορέσουμε τα διάφανα γυαλιά της ομορφιάς. Ας αλλάξουμε συχνότητα σε δονήσεις υψηλές: ΑΓΑΠΗΣ – ΑΠΟΔΟΧΗΣ – ΦΩΤΟΣ!

~ Κάτι απ’τα περασμένα ~
Η γιαγιά μου, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι του περασμένου αιώνα, πίστευε πολύ στις γητειές. Έβγαινε την Άνοιξη στους αγρούς και έψαχνε να βρει τους αστεροειδής ανθούς που μεταφέρουν τα σπόρια τους με τον αέρα, τους «κλέφτες» που με τα άσπρα φτερά τους σκορπίζουν στους τέσσερις ανέμους.
Έπαιρνε τότε τον πιο φουντωτό και ψιθύριζε επάνω του:
Όνειρος ονείρου,
κλέφτη του λόγου.
Ανέμι που φυσώ, σβηλάδα γίνε
την ευχή μου πάρε
σαν φτερό αγγέλου στον Θεό ψηλά.
Το δικό μου απωθημένο πάρε εκεί που πας,
κάνε να γένει …(έλεγε την επιθυμία της)
«Εγώ το ‘καμα», έλεγε, «ε… αν το θέλει κι Αυτός θα μου ‘ρθει» και γελούσε σαν να γνώριζε πως έκανε κάτι πολύ σαχλό που όμως θα μπορούσε να της φέρει τα ποθητά αποτελέσματα.
