Η Μαγική παράδοση της Εστίας

EI7ht85XUAIfprE

Εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ήρθε η εξωτερική πραγματικότητα, με τρόπο κάπως απόλυτο, να μας επιβάλλει να μείνουμε μέσα. Να κλειστούμε στο σπίτι μας, στο δωμάτιό μας, στην κουζίνα ή στο σαλόνι, για το γενικότερο καλό. Να ένας τρόπος να χαιρετίσουμε το «Εγώ» μας που μιλάει ακατάπαυστα μέσω της σκέψης και μας λέει να αντισταθούμε στη «νέα τάξη πραγμάτων». Δεν εννοώ αυτή των συνομωσιολόγων φυσικά, αλλά την παρούσα κατάσταση που μας καλεί όλους με ατομική ευθύνη να προστατεύσουμε εμάς και τους γύρω μας.

Ανέκαθεν ήμουν άτομο μοναχικό. Μου άρεσε να περνάω χρόνο με τον εαυτό μου. Ίσως γιατί τα πρώτα μου πρότυπα ήταν ηλικιωμένες γυναίκες, λίγα χρόνια πριν το θάνατο, που δεν είχαν τίποτα άλλο στη ζωή τους παρά τον εαυτό τους και τις αναμνήσεις εποχών που έφυγαν ανεπιστρεπτί. Θυμάμαι μία από αυτές, τη γιαγιά Ωραιάνθη, μια γηραιά αδύνατη κυρία, καλοσυνάτη, γεμάτη θλιβερές αναμνήσεις, που όμως κατάφερε να επιβιώσει δύο παγκόσμιους πολέμους, φτώχιες και κακουχίες και ήταν πλέον σθεναρή να λέει τις ιστορίες της στον πεντάχρονο που, καθώς άλλα παιδιά δεν είχε στο χωριό του, έβρισκε την παρέα της συναρπαστική!

Παραμύθια για νεράιδες και ξωτικά, παράξενες ιστορίες που στο παιδικό μυαλό μου οικοδομούσαν έναν κόσμο αθέατο, μα συναρπαστικό. Η γριούλα αυτή, πάντα μαυροφορεμένη και με βαμβακερό κοντό μαλλάκι που μύριζε πράσινο σαπούνι, ζούσε στο διπλανό σπίτι. Μια διόροφη μονοκατοικία με ένα υπόγειο σκοτεινό και αποτρόπαιο. Κατέβαινες με μια ετοιμόρροπη ξύλινη σκάλα, βαμμένη χρόνια πριν σε ένα, ξεθωριασμένο πια, πράσινο χρώμα, και εκεί έβρισκες βαρέλια με σπιτικό οίνο και λάδι, γεμάτα αράχνες και ιστούς, νταμιτζάνες σκουρόχρωμες, μπαούλα με κεντίδια που μύριζαν ναφθαλίνη και καταχωνιασμένα βοηθητικά εργαλεία. Όλα κατέληξαν στα σκουπίδια, όταν η γιαγιά Ωραιάνθη άφησε το μάταιο τούτο κόσμο και ο μακρινός συγγενής της πούλησε το σπίτι όπως ήταν, κακήν κακώς, σε ένα ζευγάρι Άγγλων που το μετέτρεψε σε σύγχρονη βίλλα… Ο ανηψιός δεν ενδιαφέρθηκε να διαφυλάξει το παρελθόν της αγαπημένης μου γριούλας. Ίσως δεν το γνώρισε ποτέ, άρα δεν είχε και κάποια αξία για τον ίδιο. Σάμπως, κάπως έτσι δεν γέμισαν όλα τα παλιατζίδικα της Αθήνας; Μια βόλτα στην πλατεία Αβησσυνίας και βλέπεις ολόκληρα άλμπουμ με φωτογραφίες που λένε τη δικιά τους ιστορία, αντίκες και αντικείμενα που ξεθωριάζουν στο πέρασμα του χρόνου μέχρι να βρεθεί κάποιος παρελθοντολάγνος να τα παζαρέψει σε τιμή λογική.

Κάθε μέρα ξυπνούσα, έτρωγα το καθιερωμένο ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη, έπινα ένα ποτήρι ζεστό γάλα, κι ύστερα έτρεχα στης γιαγιάς το σπίτι να μάθω λεπτομέρειες από τη ζωή της. Θυμάμαι ακόμα, τόσο ζωντανά, τη σιδερένια εξώπορτα σε χρώμα μπορντό, που καθώς τη χτυπούσα για να μου ανοίξει, άφηνε το χρώμα της πάνω στους κόμπους των μικροσκοπικών δακτύλων μου. Νομίζω επέμενα να τη χτυπάω μόνο και μόνο για να πάρω λίγο από το χρώμα της πάνω μου. Άλλο ένα παιδικό, ανόητο παιχνίδι. Έκτιζα ιστορίες πως η πόρτα ήταν τάχα μαγική και στο άγγιγμά της μάγευε κι εμένα να μπω σε έναν άλλο κόσμο γεμάτο πλάσματα μυθικά.

Η μικροσκοπική γριούλα, φρόντιζε να γεμίσει το μυαλό μου με ιστορίες, πίστευε πως η ζωηρή φαντασία είναι το πιο ισχυρό όπλο του ανθρώπου. Κάποτε μου εκμυστηρεύτηκε πως με τη φαντασία έδιωχνε το φόβο του πολέμου και της φτώχειας. Και στη φαντασία κατέφευγα κι εγώ για να ξεπεράσω τα δικά μου σκοτάδια. Σπουδαίο εφόδιο του ανθρώπου κι εγώ το απέκτησα από μια ηλικιωμένη κυρία, λίγα χρόνια πριν αποδημήσει εις Κύριον. Πάντα σεβόμουν τους μεγαλύτερους και έτσι η τρίτη Αρχή του Ρέικι, «Μόνο για σήμερα τιμώ και σέβομαι τους προγόνους μου» ηχεί ιδιαίτερα στην καρδιά μου.

Το πρόγραμμα της επίσκεψής μου στη γιαγιά Ωραιάνθη ήταν το εξής: Καθώς έμπαινα στο σπίτι, παρατηρούσα τί χρειαζόταν να αλλάξει θέση. Πού την έβρισκε την όρεξη και πρωί πρωί πριν καταφτάσω, άλλαζε θέση στα αντικείμενα του σπιτιού, παίζοντας ένα παιχνίδι μαζί μου. Αν κατάφερνα να εντοπίσω τις αλλαγές και να βρω τη σωστή θέση των πραγμάτων, το έπαθλο ήταν καραμέλες κανέλας, κόκκινες μακρουλές σε διάφανο περιτύλιγμα με μικροσκοπικά λευκά γραμματάκια. Μου έκαιγαν το στόμα και δάκρυζα, αλλά για κάποιο λόγο ήμουν εξαρτημένος από αυτές. Ύστερα, τη βοηθούσα στο μαγείρεμα. Πάντα η κουζίνα της καθαρή και τακτοποιημένη, γεμάτη με τα πιο αγνά αγαθά ήταν ένας μαγικός βωμός με την ίδια στο ρόλο του Αλχημιστή. Μέσα εκεί, στις μυρωδιές του κόλιανδρου και του βασιλικού, συνδύαζε τα υλικά της με μεράκι και έφτιαχνε τα πιο νόστιμα γεύματα. Την πιλάτευα για να φάω, καθώς είχα εντολή από τη μητέρα μου να μην της γίνω βάρος ΚΑΙ στο φαγητό, αλλά τελικά με κατάφερνε και ήταν το μικρό μας μυστικό.

Γύριζα με γεμάτο στομάχι στο σπίτι μου και έπρεπε με πίεση και παρακάλια -κάποιες φορές και με την απειλή ενός λουριού- να φάω το φαγητό της μάνας μου. Για ποιό λόγο παρέμεινα πετσί και κόκκαλο δεν θα μάθω ποτέ. Πάντως έτρωγα διπλά, σχεδόν κάθε μέρα. Μετά το μεσημεριανό ραχάτι, αποζητούσα πάλι την παρέα της. Γύρω στις έξι και κάτι, πριν ακόμα ο ήλιος πέσει, έβγαινα και τη συναντούσα στα σκαλάκια του δρόμου, καθόταν εκεί καμπουριασμένη απολαμβάνοντας την ησυχία του χωριού και είχε ήδη έτοιμα τα χαλικάκια για το απογευματινό μας παιχνίδι. Πετούσε στον αέρα ένα χαλίκι, ταυτόχρονα κουνούσε στη γροθιά της τα υπόλοιπα, και μέχρι να ξαναπέσει το πρώτο, είχε ρίξει στον αέρα τα άλλα. Δεν το κατάφερα ποτέ, κι αυτή παρά τα χρόνια της, ήταν πάντα σβέλτη.

Σειρά είχε το πότισμα. Πίσω από το σπίτι, έβρισκες τον κήπο της γεμάτο βασιλικούς, μέντες, λεμονιές και αχλαδιές. Το φόρτε μου ήταν να παίρνω το λάστιχο και να σπαταλώ λίτρα νερού στις σκαμμένες ρίζες. Μετά έψαχνα τους «βασιλιάδες», τα χρυσοπράσινα μικρά έντομα που ζούσαν πάνω στα φύλλα της μέντας. Αυτά, μου έλεγε, ήταν τα μαγικά πλάσματα αυτού του βασιλείου. Νεράιδες σε μορφή εντόμου για να κρύβονται από τα μάτια των θνητών. Αφού απολάμβανα τη γυαλάδα των φτερών τους στο τελευταίο φως της μέρας, και η καλοκάγαθη γιαγιούλα απολάμβανε εμένα και την αθωότητά μου, γυρίζαμε στο εσωτερικό και ανάβαμε τα κεράκια στο δωμάτιό της.

Ήταν η παράδοσή μας, να την βάζω για ύπνο, να μου εξιστορεί μια τελευταία ιστορία, διαφορετική κάθε νύχτα, ύστερα να σβήνω τα κεράκια και να τραβώ καλά τη σιδερόπορτα φεύγοντας για το δικό μου σπίτι. Την αγαπούσα πολύ τη γιαγιά Ωραιάνθη. Και ακόμα τη σκέφτομαι και την ευχαριστώ. Μου έμαθε να μένω μόνος. Να γίνομαι ένα με το σπίτι μου, να του δίνω την ενέργειά μου και να το μετατρέπω στον προσωπικό μου Ναό. Με μύησε στη Μαγεία της Εστίας, στη μαγική παράδοση του Οίκου.

Η Μαγεία της Εστίας, είναι πράγματι μια μαγική παράδοση. Ίσως η πιο αρχέγονη και αυθεντική. Είναι η επαφή με το χώρο και το χρόνο που ορίζει ο άνθρωπος στο μονοπάτι της ζωής του. Είναι η γνώση των ενεργειών της τροφής, της ξεκούρασης, του ύπνου, της καθαριότητας, της μνήμης. Αποτελεί ένα ισχυρό είδος μαγείας, καθώς έχει να κάνει αποκλειστικά με το άτομο και όχι με κάποια πίστη, με παράξενα υλικά ή τελετές. Είναι η γνώση της Αλχημίας της ζωής.

Η αγαπημένη μου γιαγιά, που την έλεγα έτσι από αγάπη κι ας μην είχαμε κάποια γήινη συγγένεια παρά μόνο πνευματική, όπως έχουμε άλλωστε με όλα τα πλάσματα αυτού του κόσμου, μου πέρασε τη γνώση της για τα στοιχεία του Οίκου. Πίστευε πως ο καθένας μας έχει ένα δικό του χώρο στον κόσμο, μια προσωπική γωνιά στην οποία καλείται να γνωρίσει τον εαυτό του. Η κουζίνα που ετοιμάζουμε την τροφή μας προς βρώση, η τουαλέτα που τρίβουμε το σώμα μας να καθαρίσει και αφήνουμε τα σωματικά μας απόβλητα, το κρεβάτι που μας αγκαλιάζει κάθε νύχτα, στα μεσημεριανά ραχάτια ή όταν αρρωσταίνουμε, το μικρό αποθηκάκι με τις μνήμες του παρελθόντος, ο κήπος ή το μικροσκοπικό μπαλκόνι μας με τα πολλά και τα λίγα φυτά του, είναι ένας Ναός. Είναι η αντανάκλαση του εαυτού μας. Ο τρόπος που κινούμαστε μέσα σε αυτόν το Ναό, πρέπει να είναι ήρεμος, ξεκούραστος, αναζωογονητικός.

Κανόνας νούμερο ένα, στη μαγική αυτή παράδοση, είναι η καθαριότητα. Ένα βρώμικο σπίτι, καλεί τα κακόβουλα πνεύματα, τις χαμηλές δονήσεις, τα στοιχειακά να κολλήσουν ψάχνοντας τροφή από τον πνευματικό κόσμο. Ο οίκος θα πρέπει πάντοτε να μοσχοβολάει. Να είναι φωτεινός, οι πρώτες και οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου να τον φωτίζουν και να του δίνουν ζωή. Ο φρέσκος πρωινός αέρας να μπαίνει σε όλους τους χώρους φέρνοντας την αύρα της νέας ημέρας και ενέργειες που στηρίζουν τα νέα ξεκινήματα. Όταν ο ήλιος βασιλέψει, να καίνε κεράκια αντί για δυνατούς φωτισμούς που μιμούνται και μακραίνουν τη μέρα. Ο χαμηλός φωτισμός, χαλαρώνει το νου και προετοιμάζει το άτομο για έναν ξεκούραστο ύπνο.

Κανόνας νούμερο δύο, λίγα και χρηστικά αντικείμενα. Στο κομοδίνο της γιαγιάς Ωραιάνθης, έβρισκες πάντα ένα κέντημα κιτρινισμένο που αγαπούσε, καθώς είχε κεντήσει παιδούλα όταν ήταν, μια μαλλιαρή (πέτρα με βρύα, μαζεμένη της Αναλήψεως, σύμβολο προστασίας και ευλογίας από το Θεό), ένα κουρδιστό παμπάλαιο ρολόι SEIKO και την Αγία Γραφή. Στην ίδια λογική, το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο, αν εξαιρέσεις τα βαριά έπιπλα-αντίκες με τα αραδιασμένα κεντήματα. Ποτέ δεν είχε περιττά «διακοσμητικά» αντικείμενα. Κι ακόμα κι αν της έφερνες κάτι για δώρο, με τη σειρά της, όταν περνούσε ο καιρός, το δώριζε ή κρίνοντας την αξία του, το πετούσε στα σκουπίδια.

   «Λιγότερα παλιοπράγματα, λιγότερη σκόνη» έλεγε χτυπώντας τα δάκτυλά της στο μπράτσο της πολυθρόνας. Και ύστερα εξηγούσε: «Τα αντικείμενα είναι αναμνήσεις. Και οι αναμνήσεις είναι ενέργειες. Ορίζω ποιές θα κρατήσω στο σπίτι μου, ποιές έχουν αξία και ποιές είναι απλά βάρος για το χώρο. Δεν το βλέπεις με τα μάτια σου, μα το νιώθεις με την καρδιά σου σαν μπεις σε ένα σπίτι γεμάτο άχρηστα αντικείμενα. Σου φαίνεται σκοτεινό, βαρύ, σου προκαλεί δυσφορία. Οι ενέργειες μένουν στο χώρο και κατοικούν σε λογίς λογίς μικροπράγματα. Ξεφορτώσου την αχρηστία και θα αναπνεύσεις καλύτερα εκεί μέσα. Γιατί να γεμίζεις το νου σου με ένα σωρό ακατάλληλες μνήμες που σαν περάσει ο καιρός δεν θα σου λένε και τίποτα; Λίγα και καλά! Πού όταν φύγεις από αυτή τη γη, δεν θα είναι και βάρος για τους επόμενους. Για λίγο ερχόμαστε σε αυτό τον κόσμο, όσο πιο λιτή ζωή, τόσο το καλύτερο. Κάτσε να δεις σε λίγα χρόνια πού θα πάνε όλα αυτά… Πάντως όχι μαζί μου στο δύο επί ένα».

Κανόνας νούμερο τρία, ώρες χαλάρωσης και περισυλλογής. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να τα πει με τον εαυτό του. Μόνος του, τετ α τετ με την ψυχή του. Στις μέρες μας το έχουμε ξεχάσει αυτό και ενώ μιλάμε μεν με φίλους και γνωστούς, σπάνια εκφράζουμε την αλήθεια μας. Είτε από φόβο μην κριθούμε αρνητικά, είτε από άγνοια γιατί κι εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε έρθει σε επαφή με αυτό που πραγματικά είμαστε. Μένουμε στην περιγραφή του κόσμου από τους άλλους και στο πως πρέπει να νιώθουμε. Μας έχουν πει πώς είναι ο έρωτας, η αγάπη, η θλίψη, ο πόνος και δεν τα αναγνωρίζουμε μέσα μας σαν ενέργειες. Μάλιστα, χάνουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας καθώς δεν μπορούμε να αφομοιώσουμε τα συναισθήματά μας, να τα χωνέψουμε και να πάμε παρακάτω.

Η γιαγιά Ωραιάνθη, ξάπλωνε το βράδυ, έβγαζε τις φουρκέτες από τα πάλλευκα μαλλιά της, άναβε δύο τρία κεράκια και έμενε στο χαμηλό φωτισμό για λίγη ώρα πριν κοιμηθεί. Θυμάμαι μου έλεγε τις ιστορίες της, τα παραμύθια του χωριού και ύστερα μονολογούσε τα δικά της. Αναφερόταν στη μέρα που πέρασε, τί έκανε, πώς το έκανε, τί έκανε αλλιώς από ό,τι είχε στο μυαλό της. Αφιέρωνε μερικά λεπτά στην προσωπική της ενδοσκόπηση και ύστερα κοιμόταν. Και με συμβούλευε να κάνω το ίδιο, αν θέλω να έχω ύπνο ήρεμο, χωρίς ζοφερούς εφιάλτες. Άδειαζε το μέσα της, το αράδιαζε εμπρός της, το παρατηρούσε και το άφηνε στη μέρα που έφυγε να χαθεί. Αύριο θα ήταν ένα νέο ξημέρωμα, μια νέα αρχή. «Δεν έχει νόημα στα νέα ξεκινήματα να κουβαλάμε τις αποσκευές του χθες!».

   Κανόνας νούμερο τέσσερα, η τροφή. Η κουζίνα είναι ένα μακροκοσμικό εικονοστάσι. Εκεί συγκεντρωνόμαστε για να ετοιμάσουμε το φαγητό μας, να φάμε, να συζητήσουμε. Είναι ένας χώρος με ιδιαίτερη ενέργεια που μας κάνει να νιώθουμε όμορφα και δημιουργικά. Η ώρα του φαγητού, είναι η τέλεση μιας θείας λειτουργίας. Συγκεντρώνουμε τα υλικά μας, τα ξεπλένουμε, τα καθαρίζουμε, ετοιμάζουμε τις αλχημείες συνδυάζοντας υγρά και στερεά αντικείμενα, οσφριζόμαστε τις αιθέριες μυρωδιές, ξεδιψάμε με τα αρώματα και ύστερα αναμονή… Αυτό που ετοιμάσαμε, θέλει το χρόνο του για να ψηθεί, να μαγειρευτεί. Θέλει το χρόνο του για να αλλάξει, να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο. Πάντα χρειάζεται χρόνος. Το γεύμα μας θα πρέπει να ετοιμάζεται με αγάπη, με σεβασμό σε κάθε υλικό.

Η γιαγιά Ωραιάνθη, αν και σπάνια έτρωγε κρέας γιατί ακολουθούσε όλες τις νηστείες που όριζε ο Χριστιανισμός συν κάποιες δικές της, να ξεπλύνει τις αμαρτίες της, πάντα όταν είχε στα χέρια της να ετοιμάσει φαγητό με κρέας, αφιέρωνε μερικά δευτερόλεπτα ευχαριστώντας το ζωντανό που γίνεται μέσο να τραφεί η ίδια. Μιλούσε σε κάθε υλικό της, του έδινε από την ενέργειά της, το πότιζε ζωτικότητα. Γιατί αναγνώριζε τη σημασία που είχε η τροφή, πέρα από το σώμα, και για το πνεύμα.

   «Μη φας πολύ, σήκω από το τραπέζι κι ας πεινάς. Ο Θεός έχει το σχέδιό του και οι Άγγελοι θα φροντίσουν για τα υπόλοιπα. Μη σηκωθείς βαρύς από το τραπέζι, γιατί όλη η μέρα σου θα σε τραβάει από τα μούτρα. Φτιάξε τόσο, όσο. Κι αν περισσέψει τάισε τα ζωντανά του Θεού και όσους άλλους μπορείς. Θα σου επιστραφεί». Ήξερε, η γιαγιά, πολύ καλά, πως αυτή η πρακτική της τροφής, λειτουργούσε πολυδιάστατα, διαπερνώντας κι άλλα επίπεδα στην ύπαρξή της. Ο χρόνος που αφιέρωνε, ήταν χρόνος για την ίδια. Φροντίδα του εαυτού της αλλά και όσων αγαπούσε. Και η αγάπη που έβαζε σε κάθε της κίνηση, ήταν ενέργεια ισχυρή να παράξει πολύτιμες φιλοσοφικές λίθους.

Κανόνας νούμερο πέντε, η δύναμη του Λόγου. Κάτι που έκανε η γιαγιά Ωραιάνθη ήταν σε συγκεκριμένες πράξεις της, στη διάρκεια της ημέρας, να μιλάει παραλληλίζοντας αυτό που κάνει με κάτι άλλο, σαν ευχή. Πίστευε ακράδαντα στη δύναμη του λόγου και δεν ήταν λίγες οι φορές που με απειλούσε με πιπέρι στη γλώσσα αντί για καραμέλες κανέλας. Όχι φυσικά γιατί έλεγα «κακές κουβέντες», ποτέ δεν μιλούσα άσχημα, μα γιατί σαν παιδί, από άγνοια, συχνά προέβαλα μια φοβία μου για κάτι. Πίστευε πως μόνο θετικές λέξεις πρέπει να βγαίνουν από το στόμα μας και όχι αρνητικός λόγος. «Στους φόβους σου θα έρθουν τα στοιχειά να κολλήσουν, να τραφούν και θα υποφέρεις. Διώξε τους με φως! Άνθρωποι είμαστε, με το που αφήσαμε τη μήτρα, αρχίσαμε να φοβόμαστε. Αράδιασε τους φόβους σου, έναν έναν, μα επί τόπου ακύρωσέ τους».

Άνοιγε τα σκούρα, τα τζάμια και παραμέριζε τις κουρτίνες στην Ανατολή του ήλιου, λέγοντας «Έτσι… όπως μπαίνει ο πρωινός ήλιος, να φωτιστεί και να ζεστάνει η ζωή μας». Ή σκούπιζε το πάτωμα, τινάζοντας με δύναμη τις σκόνες έξω από το σπίτι, να σκορπίσουν, ψιθυρίζοντας: «Φτου σε διώχνω, σε σκορπίζω, ανεμοσκόρπισμα να χάνεσαι σε κάνω» απευθυνόμενη σε ό,τι κακό και άσχημο είχε μέσα της και θεωρούσε πως είχε αγκιστρωθεί ενεργειακά στον πολύτιμο ναό της. Ξέπλενε με δροσερό νερό το σώμα της, καλώντας τους Αγγέλους να την απαλλάξουν από τα βάρη της σάρκας, ενώ πότιζε τον αγαπημένο της κήπο, απευθυνόμενη στη ροή του νερού που θα ερχόταν στη ζωή της ως ενέργεια ροής στα όμορφα, φωτεινά γεγονότα. Δεν επέτρεπε στις αρνητικές δονήσεις να συγκατοικήσουν μαζί της στο νου ή στο σπίτι της. Τα ξόρκιζε εξ αρχής. Μα και πάλι, όταν ερχόταν η συμφορά, της επέτρεπε να συμβεί, έτσι απλά, χωρίς αντίδραση. «Γιατί πνίγεται πιο εύκολα αυτός που παλεύει με τα κύματα, μικρέ μου». Η δική της αντίσταση, ήταν να μένει πάντα στο φως και στην αγάπη. Και έτσι έφυγε. Ήσυχα, σιωπηλά, χωρίς να ενοχλήσει κανέναν, χωρίς να γίνει βάρος με μια έκφραση φωτός στο πρόσωπό της, γιατί είχε ζήσει με πληρότητα, ξορκίζοντας κάθε σκοτάδι.

Αυτή η μαγική παράδοση, η Μαγεία της Εστίας, που περνάει από στόμα σε στόμα, μου έδωσε τις βάσεις στα πρώτα μου βήματα στην πνευματικότητα. Έπρεπε, σαφώς, να περάσουν χρόνια για να αντιληφθώ τί ακριβώς συνέβαινε πίσω από το παιδικό παιχνίδι και τη γεμάτη αγάπη επαφή μου με τη γιαγιά Ωραιάνθη. Άγχος το είχε να μου μεταδώσει όσα ήξερε. Απλά, χωρίς παράτες και φανφάρες, μια γνώση από άνθρωπο σε άνθρωπο με ειλικρίνια, ανιδιοτέλεια και φαντασία.

Εξαιτίας της, από πολύ πρώιμη ηλικία, αγάπησα το να μένω μόνος με τον εαυτό μου. Να τα βρίσκω μαζί του, να τον αγκαλιάζω, να τον καταλαβαίνω, να του δίνω χώρο και χρόνο. Και πλέον, στις μέρες που ξημέρωσαν δεν έχω άλλο τρόπο να περάσω πιο κατανοητά, τί σημαίνει μοναχικότητα, και πόση αξία έχει, πέρα από την περιγραφή αυτής της μικρής μαγικής παράδοσης. Ο άνθρωπος ξέχασε να μένει μόνος, ενώ μόνος γεννήθηκε και μόνος θα φύγει από αυτό τον κόσμο… Και τώρα πλήττει, υποφέρει, γιατί δεν τα έχει βρει με τον εαυτό του και παλεύει να ξεφύγει. Όμως, η Ροή ξέρει. Και πέρα από τις συμφορές, μας δίνει χρόνο να αναθεωρήσουμε. Να τα βάλουμε κάτω και να δούμε ποιοί είμαστε, τι θέλουμε και τι έχουμε πραγματικά ανάγκη σε αυτή τη ζωή. Άραγε, χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από μια μικρή γωνιά κι αγάπη;

 

Με Αγάπη,
Νικήτας

 

_____________________
Φώτο: Matthias Stom dating from c. 1630-1650. Old Woman And A Boy By Candlelight.

Το κείμενο αυτό, το αφιερώνω στη γιαγιά Ωραιάνθη. Που σαν όμορφος ανθός, έκανε τη ζωή μου ακόμα πιο πλούσια στη σύντομη γνωριμία μας. Σε ευχαριστώ!!!

1 thought on “Η Μαγική παράδοση της Εστίας

  1. Υπέροχο!! Η πεμπτουσία της ζωής να το πω; Της καθημερινότητας; Ο,τι και να πω είναι λίγο!

    Like

Leave a reply to Μαριάννα Γιοβάνη Cancel reply